δέσις

δέσις
δέσῑς , δέσις
binding together
fem acc pl (epic doric ionic aeolic)
δέσις
binding together
fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • δέσις — η βλ. δέση …   Dictionary of Greek

  • δέσει — δέσις binding together fem nom/voc/acc dual (attic epic) δέσεϊ , δέσις binding together fem dat sg (epic) δέσις binding together fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσεις — δέσις binding together fem nom/voc pl (attic epic) δέσις binding together fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσεσι — δέσις binding together fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσεσιν — δέσις binding together fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσιν — δέσις binding together fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσιος — δέσις binding together fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληματόδεσις — κληματόδεσις, ἡ (Α) πλέγμα από κληματίδες, από λυγαριές. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλῆμα, ατος + δεσις (< δέσις < δέω (II) «δένω»), πρβλ. πρόσ δεσις, σύν δεσις] …   Dictionary of Greek

  • δένω — (AM δῶ, έω Μ και δέννω) Ι. συγκρατώ κάτι τυλίγοντάς το με σκοινί, κλωστή, σύρμα κ.λπ. («τόν έδεσαν χειροπόδαρα» «δήσαντες νηλέϊ δεσμῷ» αφού τόν έδεσαν με άλυτα δεσμά) 2. δένω κάτι από σταθερό σημείο, προσδένω κάτι σε κάτι άλλο («έδεσε τ άλογο… …   Dictionary of Greek

  • List of medical roots, suffixes and prefixes — This is a list of roots, suffixes, and prefixes used in medical terminology, their meanings, and their etymology. There are a few rules when using medical roots. Firstly, prefixes and suffixes, primarily in Greek, but also in Latin, have a… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”